ευνουχίζω

ευνουχίζω
μετ. оскоплять, кастрировать

Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Поможем написать курсовую

Смотреть что такое "ευνουχίζω" в других словарях:

  • εὐνουχίζω — castrate pres subj act 1st sg εὐνουχίζω castrate pres ind act 1st sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ευνουχίζω — ευνουχίζω, ευνούχισα βλ. πίν. 33 …   Τα ρήματα της νέας ελληνικής

  • ευνουχίζω — και μουνουχίζω (ΑΜ εὐνουχίζω) [ευνούχος] αφαιρώ ή καταστρέφω τους γεννητικούς αδένες κάποιου, καθιστώ κάποιον ευνούχο, στειρώνω («εἰσὶν εὐνοῡχοι οἵτινες εὐνούχισαν ἑαυτοὺς διὰ τὴν βασιλείαν τῶν οὐρανών», ΚΔ) αρχ. (μτφ. για τη γη) μεταβάλλω σε… …   Dictionary of Greek

  • ευνουχίζω — ευνούχισα, ευνουχίστηκα, ευνουχισμένος 1. αφαιρώ τους γεννητικούς αδένες (όρχεις) ζώου ή ανθρώπου, αλλ. μουνουχίζω. 2. μτφ., αφαιρώ ικανότητα από κάποιον: Τα ανελεύθερα καθεστώτα ευνουχίζουν τη βούληση των πολιτών …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • εὐνουχιζομένων — εὐνουχίζω castrate pres part mp fem gen pl εὐνουχίζω castrate pres part mp masc/neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐνουχιζόμενον — εὐνουχίζω castrate pres part mp masc acc sg εὐνουχίζω castrate pres part mp neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐνουχισθέντα — εὐνουχίζω castrate aor part pass neut nom/voc/acc pl εὐνουχίζω castrate aor part pass masc acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐνουχισάντων — εὐνουχίζω castrate aor part act masc/neut gen pl εὐνουχίζω castrate aor imperat act 3rd pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐνουχίζει — εὐνουχίζω castrate pres ind mp 2nd sg εὐνουχίζω castrate pres ind act 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐνουχίζοντα — εὐνουχίζω castrate pres part act neut nom/voc/acc pl εὐνουχίζω castrate pres part act masc acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐνουχίζουσι — εὐνουχίζω castrate pres part act masc/neut dat pl (attic epic doric ionic) εὐνουχίζω castrate pres ind act 3rd pl (attic epic doric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»